διατυπωτικός

διατυπ-ωτικός, ή, όν,
A descriptive, vivid, Sch.A.R. 1.834.
II formative, Theol.Ar.34.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διατυπωτικός — διατυπωτικός, ή, όν (AM) 1. περιγραφικός, παραστατικός 2. αυτός που μπορεί να διαμορφώνει, διαμορφωτικός («διατυπωτικὸν φύσει καὶ αὐτὸν ὄντα τῆς ἐν τῇ ὕλῃ ἀμορφίας») μσν. ασαφὴς …   Dictionary of Greek

  • διατυπωτικά — διατυπωτικός descriptive neut nom/voc/acc pl διατυπωτικά̱ , διατυπωτικός descriptive fem nom/voc/acc dual διατυπωτικά̱ , διατυπωτικός descriptive fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διατυπωτικόν — διατυπωτικός descriptive masc acc sg διατυπωτικός descriptive neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διατυπωτικήν — διατυπωτικός descriptive fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.